ακουμπώ

[акумбо] р. прислоняться, облокачиваться,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακουμπώ" в других словарях:

  • ακουμπώ — και ακουμπίζω ησα, ημένος και ισμένος, ως μτβ. 1. εγγίζω: Μόλις ακούμπησα το βάζο έπεσε κι έσπασε. 2. στηρίζω κάτι κάπου: Ακούμπησε τα βιβλία στο τραπέζι. 3. μτφ., καταθέτω χρήματα στην τράπεζα: Τις οικονομίες του τις ακουμπά ταχτικά στην τράπεζα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακουμπώ — ακουμπάω / ακουμπώ, ακούμπησα, ακουμπισμένος βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ακουμπώ — ( άω) και ακουμπίζω 1. κλίνω το σώμα μου και στηρίζομαι κάπου ή απλώς στηρίζομαι 2. ξαπλώνω 3. κάθομαι για να ξεκουραστώ ή να ανακουφιστώ 4. επαφίεμαι, βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάποιον 5. τοποθετώ, αποθέτω κάτι κάπου 6. αγγίζω, ψαύω 7. (για… …   Dictionary of Greek

  • αγγίζω — 1. επιθέτω, ακουμπώ απαλά τα δάχτυλά μου κάπου, ψαύω 2. θίγω, πειράζω, ενοχλώ 3. συγκινώ 4. προσεγγίζω, πλησιάζω 5. ακουμπώ, άπτομαι 6. ψηλαφώ, εξετάζω 7. δοκιμάζω, γεύομαι 8. μέσ. θυμώνω, ενοχλούμαι, πειράζομαι 9. παθ. προσβάλλομαι από σοβαρή… …   Dictionary of Greek

  • ακουμβίζω — ἀκουμβίζω ή ἀκκουμβίζω και ἀκουμπίζω (Μ) (Ν ακουμπίζω) 1. κατακλίνομαι, ξαπλώνω στο ακούβιτο για να γευματίσω, «κάθομαι στο τραπέζι» 2. ακουμπώ* νεοελλ. αποθέτω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. προέρχεται είτε από το λατ. accumbo «κατακλίνομαι» και την κατάλ. ίζω …   Dictionary of Greek

  • ανακούμπι — το το αποκούμπι*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρ. αν ακουμπώ (υποχωρητ.), κατά το σχήμα κυνηγώ κυνήγι (πρβλ. αποκούμπι απ ακουμπώ)] …   Dictionary of Greek

  • επακουμβίζω — και επακουμπίζω και επακκουμβίζω / ἐπακουμβίζω και ἐπακουμπίζω και έπακκουμβίζω (Μ) 1. ακουμπώ, στηρίζω κάτι κάπου 2. στηρίζομαι, ακουμπώ τα νώτα μου 3. φρ. «ἐπακουμπίζω στα χέρια κάποιου» εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σε κάποιον …   Dictionary of Greek

  • εφάπτομαι — (ΑΜ ἐφάπτομαι και ἐφάπτω, ιων. τ. ἐπάπτω) μέσ. 1. εγγίζω κάτι στην εξωτερική του επιφάνεια, έρχομαι σε επαφή με κάτι, πιάνω, ακουμπώ σε κάτι («τοίχων ἐφαψάμενος», Φιλοστόργ.) 2. μαθημ. ακουμπώ, έχω ένα κοινό σημείο με κάποια καμπύλη νεοελλ. (το… …   Dictionary of Greek

  • πατώ — και πατάω / πατῶ, έω και αιολ. τ. πάτημι, ΝΜΑ 1. έχω ή βάζω το πόδι μου πάνω σε κάτι, σε έναν τόπο ή σε ένα αντικείμενο (α. «πάτησα ένα καρφί» β. «χῶρος οὐχ ἁγνὸς πατεῑν», Σοφ.) 2. λεηλατώ, διαρπάζω, κυριεύω (α. «πατήσανε το κάστρο» β. «πόλιν...… …   Dictionary of Greek

  • προσανακλίνω — Α 1. (το ενεργ και το παθ.) (κυρίως για τους ελέφαντες) ακουμπώ σε κάτι 2. μτφ. στηρίζομαι, βασίζομαι σε κάτι 3. παθ. προσανακλίνομαι μτφ. (για πόλη) βρίσκομαι πολύ κοντά σε κάτι («Νῡσα... τῷ ὄρει προσανακεκλιμένη», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.